Σημασία του ζωή | Babel Free
zoˈiΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς. Χαρακτηρίζεται από σημαντικές λειτουργίες, όπως η αύξηση, η αναπνοή, η διατροφή, ο μεταβολισμός, η αναπαραγωγή, η προσαρμογή στο περιβάλλον κ.λπ.
- γυναικείο όνομα
- το χρονικό διάστημα της ζωής ενός οργανισμού και ειδικότερα ενός ανθρώπου (από τη γέννηση ως το θάνατο ή άλλο χρονικό σημείο)
- ο άνθρωπος ως φορέας ζωής
- το σύνολο των εμπειριών και βιωμάτων κάποιου
- ο τρόπος με τον οποίο ζει κανείς
- το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα
-
ζωντάνια, ενεργητικότητα figuratively
- ο χρόνος διάρκειας ή λειτουργίας προϊόντος
- τα υλικά μέσα που χρειάζεται κάποιος για να ζήσει
Ισοδύναμα
Bosanski
život
Català
vida
Ελληνικά
τιμαριθμικός
English
cost of living
everlasting life
life
life
life
lifestyle
lifetime
living
living
living
matter of life and death
Zoe
Zoey
Esperanto
vivo
فارسی
حیات
Suomi
elämä
elämä
elämän ja kuoleman kysymys
elinkustannukset
elinkustannus
elinkysymys
kysymys elämästä ja kuolemasta
Hrvatski
život
Magyar
élet
Íslenska
líf
Latviešu
Zoja
Nederlands
halszaak
kosten van levensonderhoud
kosten voor levensonderhoud
kwestie van leven of dood
leven
leven
levensduurte
levenskwestie
Slovenščina
življenje
Kiswahili
gharama ya maisha
తెలుగు
జీవితము
Παραδείγματα
“ο Θεός έδωσε ζωή στον άνθρωπο / η ζωή στους άλλους πλανήτες/ η ζωή των φυτών”
“μέσος όρος ζωής”
“※ Είναι αδύνατο να ζήσης το απόγευμα της ζωής με τα προγράμματα που είναι κατάλληλα για το πρωινό, γιατί αυτό που είχε μεγάλη σημασία τότε, θα έχει πολύ λίγη σημασία τώρα και η αλήθεια του πρωινού θα είναι το ψέμα του απογεύματος.”
“στον πόλεμο χάθηκαν χιλιάδες ζωές”
“μια ζωή γεμάτη πίκρες”
“κάνω άστατη ζωή / φοιτητική ζωή / οικογενειακή ζωή / σκυλίσια ζωή”
“περνάω ζωή και κότα / κάνει ζωή χαρισάμενη”
“πνευματική ζωή / η πολιτική ζωή του τόπου”
“παιδί όλο ζωή”
“η ζωή μιας μπαταρίας”
“Kερδίζει τη ζωή του με κόπο και ιδρώτα.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free