Meaning of ζωηρός | Babel Free
/zoiˈros/Ορισμοί
- που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα
- έντονος
- άτακτος
Παραδείγματα
“※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“ζωηρό ενδιαφέρον, ζωηρά χρώματα”
“Πολύ ζωηρό παιδί αυτός ο Γιάννης.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.