HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζωηρός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/zoiˈros/

Ορισμοί

  1. που χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, δράση και ενεργητικότητα
  2. έντονος
  3. άτακτος

Παραδείγματα

“※ Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“ζωηρό ενδιαφέρον, ζωηρά χρώματα”
“Πολύ ζωηρό παιδί αυτός ο Γιάννης.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζωηρός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course