HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σχολείο | Babel Free

Noun CEFR A1 Common
/sxoˈli.o/

Ορισμοί

  1. εκπαιδευτικός θεσμός με σκοπό την παροχή μόρφωσης στα παιδιά μέσω της συστηματικής διδασκαλίας συγκεκριμένων μαθημάτων
  2. άλλη μορφή του σχολείο
    familiar, vulgar
  3. μία συγκεκριμένη σχολική μονάδα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που στεγάζεται σε δικό της κτίριο (ή συστεγάζεται με άλλες) και έχει δική της διεύθυνση και διδακτικό προσωπικό
  4. το κτίριο που στεγάζει μια σχολική μονάδα
  5. ο χρόνος κατά τον οποίο κάποιος, μαθητής ή εκπαιδευτικός, διδάσκει ή παρακολουθεί μαθήματα
  6. οτιδήποτε προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες και διδάγματα
    figuratively

Ισοδύναμα

English school

Παραδείγματα

“Το μεγαλύτερο σχολείο είναι η ίδια η ζωή.”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σχολείο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course