Meaning of χρόνια | Babel Free
/ˈxro.ɲa/Ορισμοί
- το έτος
- οικισμός της Εύβοιας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χρόνιας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Χρόνιας
- περίοδος δύο ή περιοσσότερων ετών
- ιστορική περίοδος
- η ηλικία
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“χρόνια και ζαμάνια”
for ages
“χρόνια της ελπίδας”
years of hope
“στα χρόνια του παππού μου”
in my grandfather's time
“Μέσα σε δύο χρόνια θα έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες.”
“Προχθές ο Γιώργος έκλεισε τα είκοσι χρόνια του”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.