Meaning of πολύ | Babel Free
/poˈli/Ορισμοί
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, αρσενικού γένους του πολύς
- ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πολύς
Παραδείγματα
“εναλλακτικά, γενική ενικού: πολλού”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.