Meaning of άνθρωπος | Babel Free
/ˈan.θɾo.pos/Ορισμοί
- αυτός και αυτή που ανήκει στην ανθρώπινη φυλή
- ανδρικό όνομα
- ο κάθε ένας και η καθεμιά από τους κατοίκους της γης
- αυτός και αυτή που έχει ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά που τον/ην κάνουν αποδεκτό/ή από την κοινωνία
Παραδείγματα
“στην υφήλιο ζουν 7 δισεκατομμύρια άνθρωποι”
“είδα έναν άνθρωπο αλλά δε σκέφτηκα να τον ρωτήσω”
“επιτέλους, έγινε άνθρωπος”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.