Meaning of πατέρας | Babel Free
/paˈte.ɾas/Ορισμοί
- → λείπει η κλίση
- βουνό της Αττικής
- άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
- ανδρικό επώνυμο
-
πατέρες: οι πρόγονοι plural
-
ο θεμελιωτής μιας επιστήμης figuratively
- προσφώνηση για ιερέα
Ισοδύναμα
English
father
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: πατήρ”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.