HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πατέρας | Babel Free

Noun feminine CEFR A1 Common
/paˈte.ɾas/

Ορισμοί

  1. → λείπει η κλίση
  2. βουνό της Αττικής
  3. άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει
  4. ανδρικό επώνυμο
  5. πατέρες: οι πρόγονοι
    plural
  6. ο θεμελιωτής μιας επιστήμης
    figuratively
  7. προσφώνηση για ιερέα

Ισοδύναμα

English father

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: πατήρ”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πατέρας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course