Meaning of κάτι | Babel Free
/ˈkati/Ορισμοί
- κάποιο πράγμα ή γεγονός
- μια πληροφορία ή είδηση
- τίποτε
- στη θέση των αόριστων αντωνυμιών: κάποιοι, κάποιες, κάποια, μερικοί, μερικές, μερικά
- παράξενο ή ασυνήθιστο πράγμα ή γεγονός
- ικανοποιητικό αποτέλεσμα
- ομοιότητα με προαναφερθέντα
- έμφαση
- θαυμασμό, έκπληξη
-
ειρωνεία offensive
- αποδοκιμασία
- κάπως
- λίγο περισσότερο ή λιγότερο
Παραδείγματα
“θέλω να σου πω κάτι”
“έμαθα κάτι χτες που με σοκάρισε”
“ξέρεις κάτι όμως;”
“θέλω να μάθω κάτι πρώτα, πριν πάω παραπέρα”
“Θέλετε κάτι;”
“πες μου και κάτι ευχάριστο· όλο για δυσάρεστα μιλάς”
“μας έφερε κάτι δίσκους για το πάρτι”
“διάβασα κάτι βιβλία πολύ ενδιαφέροντα”
“κάτι τέτοια δεν τα καταλαβαίνω”
“έχει κάτι μάτια! καταπράσινα!”
“δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, μου είπε κάτι βλακείες ...”
“κάτι άνθρωποι (που υπάρχουν)!”
“κάτι στεναχωρεμένο σε βλέπω”
“είναι τρία μέτρα και κάτι”
“είναι δώδεκα παρά κάτι (λεπτά)”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.