Meaning of νερό | Babel Free
/neˈɾo/Ορισμοί
- (χημικός τύπος: H₂O) το άχρωμο και συνήθως άοσμο και άγευστο υγρό στοιχείο της φύσης, που προκύπτει από τη χημική ένωση δύο ατόμων υδρογόνου και ενός ατόμου οξυγόνου· σχηματίζει τα ποτάμια, τις λίμνες, τις θάλασσες, τις πηγές, τη βροχή, αποτελεί το 70% του ανθρώπινου οργανισμού και συντελεί καταλυτικά στη ζωή και την ανάπτυξη όλων των φυτικών και ζωικών οργανισμών· μπορεί να παίρνει, υπό κατάλληλες συνθήκες, στερεά μορφή, οπότε ονομάζεται πάγος, ή αέρια, οπότε λέγεται υδρατμός
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Παραδείγματα
“μαλακό νερό”
soft water
“σκληρό νερό”
hard water
“Φέρε μου ένα νερό, σε παρακαλώ.”
Bring me a glass of water, please.
“Πλήρωσα το νερό.”
I paid the water bill.
“Δε βγήκε ο λεκές στο νερό.”
The stain didn't come out in the wash.
“πόσιμο νερό, πίνω νερό, βρώμικα νερά”
“ιαματικό νερό : νερό με θεραπευτικές ιδιότητες, συνήθως χάρη στην υψηλή θερμοκρασία του”
“επιτραπέζιο νερό : το νερό που διατίθεται εμφιαλωμένο και συνήθως αντλείται από ελεγχόμενες πηγές”
“ανθρακούχο νερό : το νερό που διατίθεται εμφιαλωμένο με το αέριο της πηγής”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.