HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του νερό | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR A1 Common
neˈɾo

Ορισμοί

  1. (χημικός τύπος: H₂O) το άχρωμο και συνήθως άοσμο και άγευστο υγρό στοιχείο της φύσης, που προκύπτει από τη χημική ένωση δύο ατόμων υδρογόνου και ενός ατόμου οξυγόνου· σχηματίζει τα ποτάμια, τις λίμνες, τις θάλασσες, τις πηγές, τη βροχή, αποτελεί το 70% του ανθρώπινου οργανισμού και συντελεί καταλυτικά στη ζωή και την ανάπτυξη όλων των φυτικών και ζωικών οργανισμών· μπορεί να παίρνει, υπό κατάλληλες συνθήκες, στερεά μορφή, οπότε ονομάζεται πάγος, ή αέρια, οπότε λέγεται υδρατμός
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

Afrikaans water water
العربية ماء ماء
Azərbaycanca su
Беларуская вада
Български вода
বাংলা জল
Bosanski voda
Català aigua
Čeština voda voda
Cymraeg dwfr
Dansk vand vand
Deutsch Wasser wässer
English wash water water
Esperanto akvo
Español agua agua
Eesti vesi
Euskara ur
فارسی آب اب
Suomi vesi
Français eau
Gaeilge uisce
Galego auga
עברית מים
हिन्दी पानी पानीं
Hrvatski voda
Magyar víz
Հայերեն ջուր
Bahasa Indonesia air
Íslenska vatn
Italiano acqua
日本語
ქართული წყალი
한국어
Latina aqua
Lëtzebuergesch Waasser
Lietuvių vanduo
Latviešu ūdens
Te Reo Māori wai
മലയാളം പയസ്സ്
Bahasa Melayu air
Malti ilma
Nederlands water water
Polski woda
Português água água
Română apa
Русский вода вода
Slovenčina voda
Slovenščina voda
Gagana Sāmoa vai
Soomaali biyo
Shqip ujë
Српски voda вода
Svenska vatten
Kiswahili maji
தமிழ் தண்ணீர்
ไทย น้ำ นำ น้ำ นำ
Tagalog tubig tubig
Türkçe su şu şu şu
Українська вода
اردو آب اب اب پانی
Tiếng Việt nước
Yorùbá omi
中文
ZH-TW
IsiZulu amanzi

Παραδείγματα

“μαλακό νερό”

soft water

“σκληρό νερό”

hard water

“Φέρε μου ένα νερό, σε παρακαλώ.”

Bring me a glass of water, please.

“Πλήρωσα το νερό.”

I paid the water bill.

“Δε βγήκε ο λεκές στο νερό.”

The stain didn't come out in the wash.

“πόσιμο νερό, πίνω νερό, βρώμικα νερά”
“ιαματικό νερό : νερό με θεραπευτικές ιδιότητες, συνήθως χάρη στην υψηλή θερμοκρασία του”
“επιτραπέζιο νερό : το νερό που διατίθεται εμφιαλωμένο και συνήθως αντλείται από ελεγχόμενες πηγές”
“ανθρακούχο νερό : το νερό που διατίθεται εμφιαλωμένο με το αέριο της πηγής”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νερό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free