Meaning of όλο | Babel Free
/ˈo.lo/Ορισμοί
-
συνεχώς adverb
- όλο και: δίνει επιτατική σημασία σ' αυτά που ακολουθούν
Παραδείγματα
“Αυτή όλο παραπονιέται.”
She complains constantly.
“Στην οικογένειά του είναι όλο γιατροί.”
In his family, there's nothing but doctors.
“όλο και ψηλότερα”
higher and higher, ever higher
“όλο και μεγαλύτερος”
ever bigger, bigger and bigger
“Όλο περπατάω, μα πού πάω, πού να πάω, / όνειρα κι αγάπες έχουν όλα προδοθεί, / τώρα οδοιπόρος τραβάω για τ’ Άγιον Όρος, / αχ, τον κόσμο τούτονε τον έχω βαρεθεί. (Από τραγούδι σε στίχους του Νίκου Γκάτσου)”
“Όλο και αυξάνεται το όζον στην Αθήνα (*)”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.