Meaning of καταλαβαίνω | Babel Free
/ka.ta.laˈve.no/Ορισμοί
- αντιλαμβάνομαι ή συλλαμβάνω το νόημα, την σημασία, λογική, αιτία ή φύση κάποιου πράγματος μέσω της γλώσσας, των αισθήσεων ή της σκέψης
- συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι έπειτα από σκέψη ή εμπειρία την πραγματικότητα, την αλήθεια, τις αιτίες, τα κίνητρα ή τα αποτελέσματα μιας πράξης ή κατάστασης
- μπαίνω στην θέση του άλλου, συμμερίζομαι τα συναισθήματα, τις σκέψεις ή τα προβλήματά του και δείχνω κατανόηση
- σχηματίζω προσωπική γνώμη ή αντίληψη για κάτι, το ερμηνεύω με τον δικό μου τρόπο
-
αισθάνομαι ή απολαμβάνω κάτι έντονα ή, αντίθετα, δεν το αντιλαμβάνομαι επειδή περνά γρήγορα familiar
-
αποκομίζω όφελος, κέρδος ή αποτέλεσμα από μια πράξη familiar
Παραδείγματα
“Καταλαβαίνω τι λες.”
“Δεν κατάλαβα πώς έγινε.”
“Καταλαβαίνει ελληνικά.”
“Τώρα κατάλαβα το λάθος μου.”
“Κατάλαβε ότι τον κορόιδευαν.”
“Σε καταλαβαίνω απόλυτα.”
“Οι γονείς του δεν τον καταλαβαίνουν.”
“Έτσι καταλαβαίνω εγώ την δημοκρατία.”
“Φέτος καταλάβαμε γιορτές.”
“Πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβω.”
“Τι κατάλαβες που θύμωσες;”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.