κατάλαβαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
Παραδείγματα
“Τελικά κατάλαβαν το λάθος τους πολύ αργά.”
They finally understood their mistake too late.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free