Meaning of λάθος | Babel Free
/ˈla.θos/Ορισμοί
- καθετί που αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δε λέγεται ή που δε γίνεται σωστά
- ατυχής επιλογή, πράξη, εκτίμηση μιας κατάστασης
- καθετί που βρίσκεται σε απόσταση από την αλήθεια ή την πραγματικότητα
- η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική τιμή που προκύπτει από μια μαθηματική πράξη και στην τιμή που βρίσκει κάποιος από αυτήν
Παραδείγματα
“τυπογραφικό λάθος, μαθαίνω από τα λάθη μου”
“έκανα λάθος που τους πίστεψα”
“απαντήστε με Σωστό ή Λάθος στην παρακάτω άσκηση”
“"έχεις κάνει λάθος στη διαίρεση”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.