λάθος
Ορισμοί
- καθετί που αποκλίνει από τον κανόνα, κάτι που δε λέγεται ή που δε γίνεται σωστά
- ατυχής επιλογή, πράξη, εκτίμηση μιας κατάστασης
- καθετί που βρίσκεται σε απόσταση από την αλήθεια ή την πραγματικότητα
- η απόκλιση ανάμεσα στην πραγματική τιμή που προκύπτει από μια μαθηματική πράξη και στην τιμή που βρίσκει κάποιος από αυτήν
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“τυπογραφικό λάθος, μαθαίνω από τα λάθη μου”
“έκανα λάθος που τους πίστεψα”
“απαντήστε με Σωστό ή Λάθος στην παρακάτω άσκηση”
“"έχεις κάνει λάθος στη διαίρεση”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free