HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σφάλμα | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/ˈsfal.ma/

Ορισμοί

  1. καθετί εσφαλμένο, που δε γίνεται σωστά
  2. η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα
  3. η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην πραγματική τιμή μιας μαθηματικής πράξης και στην τιμή που προκύπτει μετά από εκτίμηση ή υπολογισμό

Ισοδύναμα

English bug error mistake

Παραδείγματα

“έχω υποπέσει πολλές φορές σε σφάλματα”
“※ Ἡ νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός κα αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)”
“βαρύ σφάλμα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σφάλμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course