Meaning of σφάλμα | Babel Free
/ˈsfal.ma/Ορισμοί
- καθετί εσφαλμένο, που δε γίνεται σωστά
- η παραβίαση ενός ηθικού κανόνα
- η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στην πραγματική τιμή μιας μαθηματικής πράξης και στην τιμή που προκύπτει μετά από εκτίμηση ή υπολογισμό
Παραδείγματα
“έχω υποπέσει πολλές φορές σε σφάλματα”
“※ Ἡ νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός κα αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)”
“βαρύ σφάλμα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.