Meaning of κάνει | Babel Free
/ˈka.ni/Ορισμοί
- γ΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα του κάνω
- επιτρέπεται, πρέπει, είναι σωστό
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάνω
- γ΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής αορίστου του κάνω
Ισοδύναμα
English
be
Παραδείγματα
“Δεν κάνει να προσβάλλεις τους συνομιλητές σου.”
“Κάνει που ρωτάς τέτοιες αδιάκριτες ερωτήσεις; Δεν κάνει!”
“Δεν έκανε που της είπες το μυστικό· τώρα θα το μάθουν όλοι.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.