Meaning of κάνεις | Babel Free
/ˈka.nis/Ορισμοί
- β΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του κάνω
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου του κάνω
Ισοδύναμα
English
no
Παραδείγματα
“Τι κάνεις;”
“να/ας κάνεις (ως β΄ πρόσωπο ενικού ενεστώτα & αορίστου)”
“θα κάνεις (ως β΄ πρόσωπο ενικού & εξακολουθητικού)”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.