Meaning of είμαι | Babel Free
/ˈi.me/Ορισμοί
- πολυτονική γραφή του είμαι
- έχω μια μόνιμη ή προσωρινή ιδιότητα
- βρίσκομαι (σε μια κατάσταση)
- βρίσκομαι (τοπικά)
-
εντοπίζομαι figuratively
- υπάρχω
- κατάγομαι από κάποιον
- έχω σχέση με κάποιον
- φορώ ή έχω
- ανήκω σε κάποιον
- προορίζομαι, πρόκειται να κάνω κάτι
- αξίζω, είμαι ικανός, ταιριάζω σε κάτι
- με μετοχή παθητικού παρακειμένου, χρησιμοποιείται ως βοηθητικό ρήμα αντί του έχω για το σχηματισμό περιφραστικών τύπων, για να εκφράσει μεγαλύτερη διάρκεια
Παραδείγματα
“Είμαι φίλος της.”
I'm her friend.
“Είναι γιατρός.”
He's a doctor.
“Συνεχώς ήταν θλιμμένη”
She was constantly sad.
“Είμαι στο σπίτι μου”
I am at my home.
“Είναι μία γυναίκα στην πόρτα.”
There is a woman at the door.
“Αυτός εκεί είναι ΣΥΡΙΖΑ.”
That guy over there is a SYRIZA supporter.
“Τι ομάδα είσαι;”
What team do you support?
“Έχει λυθεί το πρόβλημα, είναι λυμένο.”
The problem has been solved, it is [already] solved.
“είμαι φιλόλογος / δικηγόρος / φίλος / σύζυγος”
“είναι θλιμμένη / αυταρχικός / νέοι”
“ήμουν ερωτευμένη, αλλά όχι πια”
“εδώ είναι τράπεζα”
“Είμαστε σε πλεονεκτική θέση.”
“Θα μου εξηγήσεις πού είστε;”
“Φαίνεται ότι στη Μαρία είναι η αδυναμία της.”
“Είναι κανείς εδώ;”
“Το παιδί είναι του Κώστα.”
“Η Μαρία είναι με τον Γιώργο.”
“Είμαι με τις παντόφλες.”
“Είμαι ακόμα με βρεμένα μαλλιά.”
“Αυτό το κτίριο είναι του δήμου.”
“Φέτος ήταν να παραδώσει την εργασία, αλλά δεν τα κατάφερε.”
“Δεν είμαι για ψυχολογικές πιέσεις.”
“Εμείς είμαστε η μία για την άλλη.”
“είμαι κλειδωμένος”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.