Σημασία του χέρι | Babel Free
ˈçe.ɾiΟρισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- το καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπινου σώματος, από τον ώμο μέχρι τις άκρες των δαχτύλων
-
το τμήμα από τον καρπό ως τις άκρες των δαχτύλων especially
-
τα μπροστινά άκρα κάποιων ζώων broadly
-
η αγκαλιά figuratively
-
ο εργάτης, κάποιος που προσφέρει την εργασία του figuratively
- η χειρολαβή ενός ποτηριού
Ισοδύναμα
Afrikaans
hand
العربية
يد
Čeština
ruka
Cymraeg
llaw
Dansk
hand
Esperanto
mano
Euskara
esku
Suomi
käsi
Français
main
Gaeilge
lámh
Gàidhlig
làmh
עברית
יד
हिन्दी
हाथ
Hrvatski
ruka
Magyar
kéz
Bahasa Indonesia
tangan
Íslenska
hönd
Italiano
mano
ქართული
ხელი
Lietuvių
ranka
Te Reo Māori
ringa
മലയാളം
കൈ
Bahasa Melayu
tangan
Polski
ręka
Русский
рука
Ikinyarwanda
ganza
Slovenčina
ruka
Slovenščina
roka
Shqip
dorë
Kiswahili
mkono
తెలుగు
చెయ్యి
Türkçe
el
中文
手
ZH-TW
手
IsiZulu
isandla
Παραδείγματα
“Της έκοψαν το ένα χέρι λόγω γάγγραινας.”
They cut off one of her arms due to gangrene.
“Ψηλά τα χέρια! Ληστεία!”
Hands (arms) up! This is a robbery!
“Πλύνε τα χέρια σου πριν φας.”
Wash your hands before you eat.
“Άσε το χέρι μου. Μου πονάς τα κόκαλα.”
Let go of my hand. You're hurting my bones.
“Πιάσε το χέρι του μπαστουνιού καλά, παππού.”
Grab the handle of the walking stick tight, grandpa.
“Θα περάσουμε τον τοίχο δύο χέρια χρώμα ακόμη.”
We will give the wall two further coats of paint.
“Ο διαιτητής σφύριξε το χέρι.”
The referee blew the whistle for handball.
“Χρειαζόμαστε κι άλλα χέρια για να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free