HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ώρα | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A1 Common
ˈo.ra

Ορισμοί

  1. το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου, χρονικό διάστημα ίσο με 60 λεπτά
  2. γυναικείο όνομα
  3. η διδακτική ώρα
  4. ο αριθμός που δείχνει σε ποιο χρονικό σημείο του εικοσιτετραώρου βρισκόμαστε
  5. το ρολόι
  6. ο χρόνος που έχει στη διάθεσή του κάποιος
  7. η χρονική στιγμή κάποιου γεγονότος
  8. αόριστη χρονική διάρκεια
  9. εκκλησιαστικός όρος για ακολουθίες
  10. η ώριμη ή κατάλληλη ή συνήθης χρονική στιγμή για μια ενέργεια, όπως και αντίθετα η κακή συγκυρία
    figuratively

Ισοδύναμα

Afrikaans uur
Български час
বাংলা বেলা
Bosanski period time година час
Català hora
Čeština hodina hodina
Dansk time time
Ελληνικά χρόνος
English hour long o'clock period time time time
Esperanto ĥoro
Suomi kello tasan tunti yhdeltä
Français à une heure heure heuré Heures hour
Gaeilge am uair
Gàidhlig uair
हिन्दी बजे
Hrvatski period time година час
Magyar egykor őrá óra
Հայերեն ժամ
Bahasa Indonesia jam
Íslenska stund tími
日本語 一時に
한국어 한시에
Latina hōra
Latviešu pulksten
Bahasa Melayu jam
Nederlands om één uur tijd uur
Português à uma (hora) hora
Română ora
Русский в час время година час
Ikinyarwanda saa saha
Shqip ore
Српски period time година час
Svenska kl. timme
Kiswahili saa
தமிழ் மணி
Tagalog oras
Türkçe saat
Українська година час
IsiZulu ihora

Παραδείγματα

“Δεν είχα αρκετή ώρα.”

I did not have enough time.

“Τι ώρα είναι;”

What time is it?

“Είναι ώρα να φύγουμε.”

It's time for us to leave.

“Είμαι στην ώρα μου.”

I am on time.

“Τώρα from το ώρα.”

Now.

“Η επέμβαση διήρκεσε τρεις ώρες.”
“Την τρίτη ώρα θα κάνουμε μαθηματικά.”
“Στα ελληνικά γυμνάσια η διδακτική ώρα διαρκεί συνήθως 45 λεπτά.”
“Η ώρα είναι 6.20.”
“Είναι η ώρα των ειδήσεων.”
“Έχεις ώρα;”
“Δεν έχω ώρα για τέτοια.”
“Δε μου φτάνουν οι ώρες.”
“Ευτυχώς λείπαμε την ώρα που μπήκε στο σπίτι ο διαρρήκτης, διαφορετικά ποιος ξέρει...”
“Περίμεναν με τις ώρες'”
“έψαλλαν τις Ώρες του μεσονυκτίου”
“ώρα να φάμε, ώρα να φεύγουμε, ώρα για διάβασμα”
“Ηταν η κακιά η ώρα, που λέμε, δεν έφταιγε.”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ώρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free