Meaning of τέλος | Babel Free
/ˈte.los/Ορισμοί
- το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας
- ανδρικό επώνυμο
-
ο θάνατος figuratively
- ο φόρος, ο δασμός (συνήθως στον πληθυντικό: τα τέλη)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Θα έρθω στο τέλος του μήνα.”
I will come at the end of the month.
“το τέλος του κόσμου”
the end of the world
“τέλος ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ)”
tax of real estate
“τα τέλη του αιώνα”
“το τέλος του δρόμου”
“το τέλος της σχέσης μας”
“※ Πες το γιατί δε θα βγεις ζωντανός απ' τα χέρια μου, σήμερα θάν' το τέλος σου! (Κώστας Ταχτσής (1972). «Τα ρέστα». Συλλογή διηγημάτων Τα ρέστα)”
“τέλος ακίνητης περιουσίας”
“τα τέλη κυκλοφορίας, ταχυδρομικά τέλη”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.