Meaning of ακριβώς | Babel Free
/a.kɾiˈvos/Ορισμοί
- έτσι όπως το λέει κάποιος, χωρίς αποκλίσεις, αλλαγές η διαφορές
- για θέση, ποσότητα, χρονικό σημείο κλπ. που περιγράφεται με ακρίβεια, όχι "στο περίπου"
- λέγεται ως ένδειξη συμφωνίας σε μια παρατήρηση, ένα σχόλιο, κλπ.
Παραδείγματα
“Η ώρα είναι δέκα ακριβώς.”
It is ten o'clock precisely.
“Το λεωφορείο φεύγει στις 9 π.μ. ακριβώς.”
The bus leaves at 9 am sharp.
“Ο άνδρας στεκόταν ακριβώς πίσω της.”
The man was standing right behind her.
“δεν έχουν ακριβώς έτσι τα πράγματα”
“του έκανε εντύπωση πως το λεωφορείο έφυγε στις 15.00 ακριβώς, χωρίς καμία καθυστέρηση”
“στεκόταν ακριβώς πίσω της, χωρίς να κάνει το παραμικρό θόρυβο”
“Ξέρεις τι μου τη δίνει σε όλη αυτή την υπόθεση;”
“Το ότι εμείς κάνουμε τις αγγαρείες ενώ αυτός τεμπελιάζει;”
“Ακριβώς!”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.