Meaning of ακόμη | Babel Free
/aˈko.mi/Ορισμοί
- εκφράζει τη συνέχεια κάποιου πράγματος, κάτι που συνεχίζει κάποιος να κάνει, που δεν το έχει σταματήσει ή δεν το έχει ολοκληρώσει
- δηλώνει ότι κάτι δεν έγινε ενώ αναμενόταν να είχε γίνει
- δηλώνει κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι τώρα
- δίνει έμφαση στο βαθμό της ιδιότητας που δηλώνει το επίθετο
- σε μικρό χρονικό διάστημα από τώρα
- για μικρή αύξηση ποσότητας ενός πράγματος
Ισοδύναμα
English
even
Παραδείγματα
“ακόμη γράφει την εργασία του, θα σου τηλεφωνήσει μόλις τελειώσει”
“ακόμη δεν της έδωσες πίσω το βιβλίο;”
“※ Ένα πρωί το Στράτο τον πιάνει η μηχανή, τον βάζει από κάτω κι ακόμη να φανεί (Φώντας Λάδης, Ο Στράτος)”
“όχι μόνο τον μάλωσε αλλά ακόμη χειρότερο του έβρισε την μάνα”
“※ Λίγο ἀκόμα / θὰ ἰδοῦμε τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν / τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο / τὴ θάλασσα νὰ κυματίζει (Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα)”
“επέμενε να μείνει στο κρεβάτι, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο ύπνο ακόμα”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.