HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πόρτα | Babel Free

Noun feminine CEFR A1 Common
/ˈpor.ta/

Ορισμοί

  1. η Υψηλή Πύλη
    dated
  2. κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτο
    accusative, nominative, plural, vocative
  4. η κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει
    general
  5. το προσωπικό που κάνει έλεγχο στην είσοδο κέντρου διασκεδάσεως και η αντίστοιχη θέση εργασίας
    slang
  6. το να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πούλια σε μία θέση, ή ένα στην περίπτωση του «φεύγα» και του «γκιουλ»

Ισοδύναμα

English door gate

Παραδείγματα

“η πόρτα της κουζίνας”
“η πόρτα του αυτοκινήτου”
“※ τὰ σύμφερα καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Πόρτας καὶ τῆς Λεχίας (Εφημερίς, Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 1791)”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πόρτα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course