Σημασία του πόρτα | Babel Free
ˈpor.taΟρισμοί
-
η Υψηλή Πύλη dated
- κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτο accusative, nominative, plural, vocative
-
η κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει general
-
το προσωπικό που κάνει έλεγχο στην είσοδο κέντρου διασκεδάσεως και η αντίστοιχη θέση εργασίας slang
- το να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πούλια σε μία θέση, ή ένα στην περίπτωση του «φεύγα» και του «γκιουλ»
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
qapı
Български
врата
Cymraeg
drws
Esperanto
pordo
Euskara
ate
Suomi
ovi
Gaeilge
doras
עברית
דלת
हिन्दी
दरवाज़ा
Հայերեն
դուռ
ქართული
კარი
Lietuvių
durys
Latviešu
durvis
Malti
bieb
Nederlands
deur
Română
ușă
Slovenčina
dvere
Slovenščina
vrata
Svenska
dörr
Kiswahili
mlango
ไทย
ประตู
اردو
دروازہ
ZH-TW
門
Παραδείγματα
“η πόρτα της κουζίνας”
“η πόρτα του αυτοκινήτου”
“※ τὰ σύμφερα καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Πόρτας καὶ τῆς Λεχίας (Εφημερίς, Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 1791)”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free