πόρτα
Ορισμοί
-
η Υψηλή Πύλη dated
- κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτο accusative, nominative, plural, vocative
-
η κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει general
-
το προσωπικό που κάνει έλεγχο στην είσοδο κέντρου διασκεδάσεως και η αντίστοιχη θέση εργασίας slang
- το να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πούλια σε μία θέση, ή ένα στην περίπτωση του «φεύγα» και του «γκιουλ»
Ισοδύναμα
51 more languages
Azərbaycan diliqapı
Българскиврата
Catalàporta
Cymraegdrws
Danskdør
Esperantopordo
Euskaraate
فارسیدر
Suomiovi
Gaeilgedoras
עבריתדלת
हिन्दीदरवाज़ा
Հայերենդուռ
Íslenskadýr
ქართულიკარი
Lietuviųdurys
Latviešudurvis
Bahasa Melayupintu
Maltibieb
Nederlandsdeur
Portuguêsporta
Românăușă
Slovenčinadvere
Slovenščinavrata
Shqipderë
Svenskadörr
Kiswahilimlango
ไทยประตู
اردودروازہ
繁體中文門
Παραδείγματα
“η πόρτα της κουζίνας”
“η πόρτα του αυτοκινήτου”
“※ τὰ σύμφερα καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Πόρτας καὶ τῆς Λεχίας (Εφημερίς, Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 1791)”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free