HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πόρτα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A1 Common
ˈpor.ta

Ορισμοί

  1. η Υψηλή Πύλη
    dated
  2. κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει
  3. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτο
    accusative, nominative, plural, vocative
  4. η κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει
    general
  5. το προσωπικό που κάνει έλεγχο στην είσοδο κέντρου διασκεδάσεως και η αντίστοιχη θέση εργασίας
    slang
  6. το να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πούλια σε μία θέση, ή ένα στην περίπτωση του «φεύγα» και του «γκιουλ»

Ισοδύναμα

Englishdoorgate
Españolpuertauzo
51 more languages
العربيةأبوابباب
Azərbaycan diliqapı
Българскиврата
Bosanskigatevrata
Catalàporta
Cymraegdrws
Danskdør
Esperantopordo
Eestiüksuks
Euskaraate
فارسیدر
Suomiovi
Gaeilgedoras
עבריתדלת
हिन्दीदरवाज़ा
Hrvatskigatevrata
Magyarajtókapu
Հայերենդուռ
Bahasa Indonesiadobrakpintu
Íslenskadýr
日本語戸口
ქართულიკარი
한국어
Lietuviųdurys
Latviešudurvis
Bahasa Melayupintu
Maltibieb
Nederlandsdeur
Portuguêsporta
Românăușă
Slovenčinadvere
Slovenščinavrata
Shqipderë
Svenskadörr
Kiswahilimlango
Türkçebabbapkapı
Українськадверідверний
اردودروازہ
Tiếng Việtcuacủa
中文
繁體中文

Παραδείγματα

“η πόρτα της κουζίνας”
“η πόρτα του αυτοκινήτου”
“※ τὰ σύμφερα καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Πόρτας καὶ τῆς Λεχίας (Εφημερίς, Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 1791)”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πόρτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free