Σημασία του τρέχει | Babel Free
Ορισμοί
third-person singular present of τρέχω (trécho)
form-of, present, singular, third-person
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.