Σημασία του τηλέφωνο | Babel Free
tiˈle.fo.noΟρισμοί
- ασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή
- η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση
- ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας
-
το τηλέφωνο ντουζιέρας, ο καταιονητήρας figuratively
Ισοδύναμα
Afrikaans
telefoon
Български
телефон
Esperanto
telefono
Euskara
telefono
فارسی
تلفن
Français
pommeau
עברית
טלפון
Magyar
telefon
Íslenska
sími
한국어
전화
Lietuvių
telefonas
Latviešu
telefons
Polski
telefon
Română
telefon
Slovenčina
telefón
Kiswahili
simu
தமிழ்
தொலைபேசி
Tagalog
telepono
Türkçe
telefon
Українська
телефон
中文
电话
繁體中文
電話
isiZulu
ucingo
Παραδείγματα
“δεν πλήρωσα το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο”
“πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free