HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τηλέφωνο

Ουσιαστικό CEFR A1 Common
tiˈle.fo.no

Ορισμοί

  1. ασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή
  2. η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση
  3. ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας
  4. το τηλέφωνο ντουζιέρας, ο καταιονητήρας
    figuratively

Ισοδύναμα

42 more languages
Afrikaanstelefoon
العربيةهاتف
Българскителефон
Bosanskiflortelefon
Češtinatelefon
Esperantotelefono
Euskaratelefono
فارسیتلفن
Gàidhligfòn
עבריתטלפון
Hrvatskiflortelefon
Magyartelefon
Bahasa Indonesiatelepon
Íslenskasími
日本語電話
한국어전화
Lietuviųtelefonas
Latviešutelefons
Bahasa Melayutelefon
Polskitelefon
Românătelefon
Slovenčinatelefón
Српскиflorтелефон
Kiswahilisimu
Tagalogtelepono
Türkçetelefon
Українськателефон
中文电话
繁體中文電話
isiZuluucingo

Παραδείγματα

δεν πλήρωσα το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο”
πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τηλέφωνο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free