τηλέφωνο
Ορισμοί
- ασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή
- η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση
- ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας
-
το τηλέφωνο ντουζιέρας, ο καταιονητήρας figuratively
Ισοδύναμα
Françaispommeau
42 more languages
Afrikaanstelefoon
العربيةهاتف
Българскителефон
Češtinatelefon
Esperantotelefono
Euskaratelefono
فارسیتلفن
Gàidhligfòn
עבריתטלפון
Magyartelefon
Bahasa Indonesiatelepon
Íslenskasími
日本語電話
한국어전화
Lietuviųtelefonas
Latviešutelefons
Bahasa Melayutelefon
Polskitelefon
Românătelefon
Slovenčinatelefón
Kiswahilisimu
தமிழ்தொலைபேசி
ไทยโทรศัพท์
Tagalogtelepono
Türkçetelefon
Українськателефон
中文电话
繁體中文電話
isiZuluucingo
Παραδείγματα
“δεν πλήρωσα το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο”
“πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free