Meaning of τηλέφωνο | Babel Free
/tiˈle.fo.no/Ορισμοί
- ασύρματη ή ενσύρματη, με την οποία μπορούμε να συνομιλούμε με κάποιον απομακρυσμένο συνομιλητή
- η εγκατάσταση μιας τηλεφωνικής συσκευής και η σύνδεσή της με το τηλεφωνικό δίκτυο που παρέχει τη δυνατότητα για τηλεφωνικές συνδιαλέξεις· η τηλεφωνική σύνδεση
- ο αριθμός κλήσης ενός συνδρομητή μιας τηλεφωνικής εταιρείας
-
το τηλέφωνο ντουζιέρας, ο καταιονητήρας figuratively
Παραδείγματα
“δεν πλήρωσα το λογαριασμό και μου έκοψαν το τηλέφωνο”
“πες μου το τηλέφωνό σου να το γράψω στην ατζέντα μου”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.