HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μόνος

Επίθετο θηλυκό CEFR A1 Common
ˈmonos

Ορισμοί

  1. ολομόναχος, δίχως συντροφιά ή βοήθεια· δείτε και την αντωνυμία παρακάτω
  2. που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μέλος ή κομμάτι
  3. ο μοναδικός
  4. περιττός, που δεν διαιρείται με το δύο
  5. αυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο
    figuratively
  6. ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που έχει μονό αριθμό κυκλοφορίας
    figuratively
  7. Το θηλυκό ως ουσιαστικό, η μονή, το μοναστήρι βλέπε λέξη.

Ισοδύναμα

27 more languages

Παραδείγματα

“μόνος μου

by myself

“Ο Κώστας ήταν ο μόνος που έτρεξε να βοηθήσει.”

Kostas was the only one to run for help.

“μονά ή ζυγά (odds or evens)”
“1, 3, 5... είναι μονοί αριθμοί (1, 3, 5... are odd numbers)”
“έμεινε μόνος στη ζωή”
“ο Κώστας ήταν ο μόνος που έτρεξε να βοηθήσει”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μόνος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free