HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αναποκατάστατος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2
/a.na.po.kaˈta.sta.tos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει δικαιωθεί ηθικά
  2. που δεν έχει λύσει το οικονομικό, επαγγελματικό του πρόβλημα
  3. που δεν έχει παντρευτεί, δεν έχει αποκατασταθεί οικονομικά (για ανύπαντρες γυναίκες που μπορούσαν τον περασμένο αιώνα να λύσουν το πρόβλημα της επιβίωσης και της κοινωνικής αποδοχής μόνον ή κυρίως με το γάμο)
    dated

Παραδείγματα

“※ Όσο είναι κανείς νέος, αναποκατάστατος ακόμη, είναι ανήσυχος για το μέλλον. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αναποκατάστατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course