Meaning of αναποκατάστατος | Babel Free
/a.na.po.kaˈta.sta.tos/Ορισμοί
- που δεν έχει δικαιωθεί ηθικά
- που δεν έχει λύσει το οικονομικό, επαγγελματικό του πρόβλημα
-
που δεν έχει παντρευτεί, δεν έχει αποκατασταθεί οικονομικά (για ανύπαντρες γυναίκες που μπορούσαν τον περασμένο αιώνα να λύσουν το πρόβλημα της επιβίωσης και της κοινωνικής αποδοχής μόνον ή κυρίως με το γάμο) dated
Παραδείγματα
“※ Όσο είναι κανείς νέος, αναποκατάστατος ακόμη, είναι ανήσυχος για το μέλλον. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.