Meaning of μαμά | Babel Free
/[maˈma]/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει diminutive
- γυναικείο όνομα
- μαμά μου! (για ξαφνικό φόβο)
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.