Meaning of γυναίκα | Babel Free
/ʝiˈne.ka/Ορισμοί
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του γυναικάς accusative, genitive, singular, vocative
- κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το κορίτσι)
- η σύζυγος
Ισοδύναμα
English
wife
Παραδείγματα
“Η γυναίκα έχει το παλτό μου.”
The woman has my coat.
“Παλιά υπήρχαν χωριστά εκλογικά τμήματα ανδρών και γυναικών”
“για κορίτσι που μεγαλώνει και αποκτά τα χαρακτηριστικά ενήλικης γυναίκας”
“Σου τηλεφώνησε η γυναίκα σου.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.