καρδιά
Ορισμοί
- μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος
- το μέρος όπου αισθανόμαστε να χτυπά η καρδιά
-
το μέρος που θεωρείται η πηγή των αισθημάτων, των παθών, της ηθικής figuratively
-
το κέντρο, το κεντρικό μέρος ενός αντικειμένου ή χώρου figuratively
-
η ουσία, ο βασικός πυρήνας figuratively
- το μέσο μιας χρονικής περιόδου
- το εσωτερικό μέρος των καρπών ή των φυτών
- διάθεση, επιθυμία
- θάρρος
- το καθιερωμένο σύμβολο της καρδιάς και του έρωτα
Ισοδύναμα
59 more languages
العربيةقلب
Българскисърце
Bosanskisrce
Catalàcor
Češtinasrdce
Cymraegcalon
Danskhjerte
DeutschHerz
Esperantokoro
Eestisüda
Euskarabihotz
Suomisydän
Gàidhligcridhe
Galegocorazón
ગુજરાતીદિલ
עבריתלב
हिन्दीहृदय
Hrvatskisrce
Magyarszív
Հայերենսիրտ
Bahasa Indonesiajantung
Íslenskahjarta
Italianocuore
日本語心臓
ქართულიგული
Қазақ тіліжүрек
한국어심장
Latinacor
LëtzebuergeschHäerz
Lingálamotéma
Lietuviųširdis
Македонскисрце
മലയാളംഹൃദയം
मराठीह्रुदय
Bahasa Melayujantung
Maltiqalb
Nederlandshart
Polskiserce
Portuguêscoração
Русскийсердце
Slovenčinasrdce
Slovenščinasrce
Shqipzemra
Српскисрце
Svenskahjärta
தமிழ்இதயம்
ไทยหัวใจ
Tagalogpuso
Українськасерце
اردوقلب
繁體中文心臟
Παραδείγματα
“Έβαλε το χέρι του στην καρδιά.”
“Τον αγαπάει με όλη της την καρδιά.”
“Έχει τόσα λουλούδια στον κήπο της, να χαρεί η καρδιά σου.”
“η καρδιά του αντιδραστήρα”
“στην καρδιά του προβλήματος”
“Είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, κάνει φοβερή ζέστη.”
“σαν την καρδιά ενός μαρουλιού”
“δε μου κάνει καρδιά να φύγω”
“Εμπρός, με καρδιά, να καταλάβουμε το ύψωμα.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free