Meaning of εκεί | Babel Free
/[e̞ˈci]/Ορισμοί
- σε τόπο ή σημείο που βρίσκεται σε κάποιο απόσταση από τον ομιλητή (σε σύγκριση με τη λέξη εδώ)
- σε ορισμένο χρονικό σημείο ή φάση εξελίξεων
Ισοδύναμα
English
there
Παραδείγματα
“αυτό εκεί”
that one
“αν πας κάποιο Σαββατόβραδο στο πάρκο θα δεις ότι εκεί γίνεται χαμός, ενώ στην πλατεία δεν έχει πολύ κόσμο”
“εξελέγη δήμαρχος αλλά οι φιλοδοξίες του δεν σταμάτησαν εκεί· λίγα χρόνια αργότερα έβαλε υποψηφιότητα για βουλευτής”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.