Meaning of λεφτά | Babel Free
/leˈfta/Ορισμοί
- τα χρήματα
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λεφτάς accusative, genitive, singular, vocative
- ο πλούτος
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λεφτό accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Οι κακές γλώσσες λένε ότι τον παντρεύτηκε για τα λεφτά του.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.