Meaning of κορίτσι | Babel Free
/koˈɾi.t͡si/Ορισμοί
- το παιδί θηλυκού γένους
- η κόρη, η θυγατέρα
- η νεαρή κοπέλα με την οποία έχει κάποιος δεσμό
- η παρθένα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“έκανε κορίτσι”
she gave birth to a girl
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.