Σημασία του οπότε | Babel Free
oˈpo.teΟρισμοί
- σε απροσδιόριστα χρονικά σημεία, κάθε φορά που
- και άρα, και επομένως
- τότε, σε εκείνο το χρονικό διάστημα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Δεν γίνεται να με βρίζεις όποτε έχεις νεύρα.”
You should not insult me whenever you get angry.
“δεν γίνεται να με βρίζεις όποτε έχεις νεύρα από τη δουλειά σου”
“Δουλεύω αύριο, οπότε δεν μπορώ να έρθω.”
“Το τάγμα αναπτύχθηκε κατά τον 8ο αι., οπότε και κτίσθηκε ένας νέος ναός.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free