Meaning of έτσι | Babel Free
/ˈetsi/Ορισμοί
-
με αυτόν τον τρόπο adverb
-
τζάμπα, χάρισμα familiar
- χωρίς αιτία
-
τόσο adverb
-
κάπως, ως έκφραση δισταγμού του ομιλητή στο να χαρακτηρίσει κάποιον ή κάτι adverb
Παραδείγματα
“έτσι θέλω να ανακτατεύεις τη μαγιονέζα: απαλά απαλά”
“※ Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε”
“δεν τ' αγόρασα! έτσι μου το' δωσαν, για διαφήμιση”
“—Γιατί παιδί μου κλαις; —Γιατί έτσι.”
“※ Τήν ἐμορφιά ἔτσι πολύ ατένισα, ποῦ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.”
“σε βλέπω έτσι στεναχωρεμένη· συμβαίνει τίποτα;”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.