Meaning of πατέρα | Babel Free
/paˈte.ra/Ορισμοί
- βακτηρία σε σχήμα Τ
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του πατέρας
- γυναικείο επώνυμο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πατερό accusative, nominative, plural, vocative
- αιτιατική ενικού του πατήρ
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.