HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σπίτι

Ουσιαστικό CEFR A1 Common
ˈspiti

Ορισμοί

  1. κτήριο που προορίζεται για ιδιωτική κατοίκηση
  2. το κτήριο ή το διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας
  3. το εσωτερικό μιας κατοικίας μαζί με την επίπλωση
  4. η οικογένεια, οι οικογενειακές σχέσεις

Ισοδύναμα

38 more languages
Българскикъ́ща
বাংলাঘর
Catalàcasa
Češtinadůmdum
Cymraeg
Danskhus
Esperantodomo
Euskaraetxe
Gaeilgeteach
हिन्दीमकान
Bahasa Indonesiarumah
Íslenskahús
ქართულისახლი
한국어
Kurdîmalxanî
Latinadomus
Bahasa Melayurumah
Nederlandshuis
Polskidom
Românăcasa
Slovenčinadom
Slovenščinahiša
Shqipshtëpi
Svenskahus
Tagalogtahanan
Türkçeev
Tiếng Việtnhánhànha
中文住宅
繁體中文住宅

Παραδείγματα

“Θα πάμε στο σπίτι του φίλου μου.”

We will go to my friend's house.

“Πήγαινε σπίτι σου!”

Go home!

“Όλο το σπίτι μετακόμισε τον χειμώνα σε πιο ζεστά μέρη.”

The entire household moved in winter to warmer climes.

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σπίτι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free