Meaning of τρία | Babel Free
/ˈtɾi.a/Ορισμοί
- το απόλυτο αριθμητικό (3) που ακολουθεί το δυο και προηγείται του τέσσερα
- τρεις αρσενικό ή θηλυκό
- τρία ουδέτερο
- τριών γενική
Ισοδύναμα
English
three
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.