Meaning of φίλος | Babel Free
/ˈfi.los/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει συγγένεια ή ερωτικό ενδιαφέρον
-
πρόσωπο με το οποίο κάνει κάποιος παρέα broadly
- ερωτικός σύντροφος, εραστής, γκόμενος
- πρόσωπο που συμπαθεί, ευνοεί ή υποστηρίζει κάτι
- όποιος ή οτιδήποτε υποβοηθεί, είναι χρήσιμο(ς)
-
για να δηλωθεί πρόσωπο το όνομα του οποίου είναι άγνωστο familiar
Παραδείγματα
“Μου στάθηκε πάντα ως καλός φίλος.”
“Η γυναίκα του βρήκε φίλο.”
“φίλος των γραμμάτων”
“Η τεχνολογία είναι φίλος του ανθρώπου.”
“Ωραία τα λέει ο φίλος.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.