φίλος
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει συγγένεια ή ερωτικό ενδιαφέρον
-
πρόσωπο με το οποίο κάνει κάποιος παρέα broadly
- ερωτικός σύντροφος, εραστής, γκόμενος
- πρόσωπο που συμπαθεί, ευνοεί ή υποστηρίζει κάτι
- όποιος ή οτιδήποτε υποβοηθεί, είναι χρήσιμο(ς)
-
για να δηλωθεί πρόσωπο το όνομα του οποίου είναι άγνωστο familiar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Μου στάθηκε πάντα ως καλός φίλος.”
“Η γυναίκα του βρήκε φίλο.”
“φίλος των γραμμάτων”
“Η τεχνολογία είναι φίλος του ανθρώπου.”
“Ωραία τα λέει ο φίλος.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free