Meaning of ιστορία | Babel Free
/[i.stoˈɾi.a]/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η επιστήμη που μελετά τα γεγονότα του παρελθόντος
- το μάθημα της Ιστορίας που διδάσκεται στα σχολεία
- κλάδος μιας επιστήμης που μελετά την εξέλιξή της
- μία καταγραφή γεγονότων του παρελθόντος από έναν ιστοριογράφο
- το παρελθόν στο σύνολό του
- η αφήγηση, εξιστόρηση πραγματικών ή επινοημένων γεγονότων
- η υπερβολή στις διαστάσεις ενός περιστατικού· (συνεκδοχικά) ο καβγάς, ο τσακωμός
- το ιστορικό ενός περιστατικού που δε συνέβη τυχαία, το υπόβαθρό του και συχνά ο υπαινιγμός για ερωτική σχέση που προϋπήρξε
Παραδείγματα
“o Ηρόδοτος θεωρείται πατέρας της επιστήμης της Ιστορίας.”
“Πήρα 8 στο τεστ της Ιστορίας!!!”
“η ιστορία των μαθηματικών”
“O Αϊνστάιν ήταν σταθμός στην ιστορία της φυσικής.”
“Η Ιστορία του Παπαρρηγόπουλου ήταν μνημειώδες έργο για την εποχή του.”
“Το έργο «Ιστορίαι» του Ηρόδοτου χωρίζεται σε 9 βιβλία.”
“Ο Θουκυδίδης αναλύει τα αίτια του Πελοποννησιακού Πολέμου στο "Ιστοριών Α".”
“Έκατσε θλιμμένος και μου είπε την ιστορία της ζωής του.”
“Η ιστορία κάθε έθνους δε συμφωνεί πάντα με των γειτονικών του.”
“Άρχισε να μου λέει μια ιστορία που είχε βγάλει από το μυαλό του.”
“H ιστορία που μου αφηγήθηκε ήταν αληθινή πέρα ως πέρα.”
“το έκανε ολόκληρη ιστορία”
“μην το κάνεις ιστορία, τώρα...”
“Τσακώθηκαν άσχημα για ασήμαντη αφορμή, επειδή αυτοί οι δύο είχαν ιστορία μαζί.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.