Σημασία του πειράζει | Babel Free
piˈɾa.ziΟρισμοί
- ευγενικός τρόπος να ρωτήσει κανείς αν κάτι ενοχλεί, αν επιτρέπεται ή αν υπάρχει αντίρρηση
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πειράζω
Παραδείγματα
“(frequently negative)”
“δεν πειράζει”
it doesn't matter
“Πειράζει αν καθίσω δίπλα σας;”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free