Meaning of λίγο | Babel Free
/ˈli.ɣo/Ορισμοί
- λίγος, στην αιτιατική του ενικού του αρσενικού γένους.
- λίγος, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του ενικού του ουδετέρου γένους.
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.