Meaning of άντρας | Babel Free
/[ˈandras]/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα, αντίστοιχο του Ανδρέας
- ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου
- ο σύζυγος
- αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.)
- μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης
Ισοδύναμα
English
Jack
Παραδείγματα
“※ Δεν ήθελα να πιω, ήθελα να κλάψω γιατί δεν είμαι άντρας αλλά παιδί.”
“Τηλεφώνησε ο άντρας της.”
“Ήταν όλοι συγγενείς του αντρός της.”
“Αντιμετώπισε τον κίνδυνο σαν άντρας.”
“Οι άντρες του τον ακολουθούσαν στη μάχη, τον εμπιστεύονταν.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.