HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άντρας | Babel Free

Noun masculine CEFR A1 Common
/[ˈandras]/

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα, αντίστοιχο του Ανδρέας
  2. ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου
  3. ο σύζυγος
  4. αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.)
  5. μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης

Ισοδύναμα

English Jack

Παραδείγματα

“※ Δεν ήθελα να πιω, ήθελα να κλάψω γιατί δεν είμαι άντρας αλλά παιδί.”
“Τηλεφώνησε ο άντρας της.”
“Ήταν όλοι συγγενείς του αντρός της.”
“Αντιμετώπισε τον κίνδυνο σαν άντρας.”
“Οι άντρες του τον ακολουθούσαν στη μάχη, τον εμπιστεύονταν.”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άντρας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course