πρέπει
Ορισμοί
- υπάρχει ηθική υποχρέωση να γίνει κάτι
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πρέπω: ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον
- είναι απαραίτητο να γίνει κάτι
- μάλλον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ισχύει κάτι
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πρέπει.
Ισοδύναμα
32 more languages
Беларускаяпавінен
Bosanskidebeodevermamestimoratizaslužitizasluživatizavredetizavređivatizavrijedjetiзавредетизавређиватизавриједјетизаслуживатизаслужитиморатинужно
Cymraegdylu
Danskburde
Esperantodevi
فارسیباید
עבריתעל
Hrvatskidebeodevermamestimoratizaslužitizasluživatizavredetizavređivatizavrijedjetiзавредетизавређиватизавриједјетизаслуживатизаслужитиморатинужно
ភាសាខ្មែរគួរតែ
Latinadebeo
Српскиdebeodevermamestimoratizaslužitizasluživatizavredetizavređivatizavrijedjetiзавредетизавређиватизавриједјетизаслуживатизаслужитиморатинужно
Türkçehak etmek
Παραδείγματα
“Του πρέπουν μεγάλες τιμές· πρέπει να πάρει βραβείο Νόμπελ.”
Great honours are fitting for him; he must receive a Nobel prize.
“πρέπει να πω πως…”
I must say that…
“Δεν πρέπει να λες ψέματα.”
Υou ought not to lie.
“Για να αποκτήσεις κάτι, πρέπει να το αγοράσεις.”
“Πρέπει να φας κάτι!”
“Για να πετύχει το σκοπό της, έπρεπε να δουλέψει σκληρά.”
“Θα πρέπει να με θεωρείς ανόητο, για να περιμένεις να σε πιστέψω!”
“Δεν πρέπει να έχει και πολλή αυτοπεποίθηση, είναι πάντα τόσο συγκρατημένος.”
“Στους νεκρούς για την πατρίδα πρέπει ιδιαίτερος σεβασμός και τιμή.”
“Δε σου πρέπει μια τέτοια συμπεριφορά.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free