Meaning of πρέπει | Babel Free
/ˈpɾe.pi/Ορισμοί
- υπάρχει ηθική υποχρέωση να γίνει κάτι
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πρέπω: ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον
- είναι απαραίτητο να γίνει κάτι
- μάλλον, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ισχύει κάτι
Παραδείγματα
“Του πρέπουν μεγάλες τιμές· πρέπει να πάρει βραβείο Νόμπελ.”
Great honours are fitting for him; he must receive a Nobel prize.
“πρέπει να πω πως…”
I must say that…
“Δεν πρέπει να λες ψέματα.”
Υou ought not to lie.
“Για να αποκτήσεις κάτι, πρέπει να το αγοράσεις.”
“Πρέπει να φας κάτι!”
“Για να πετύχει το σκοπό της, έπρεπε να δουλέψει σκληρά.”
“Θα πρέπει να με θεωρείς ανόητο, για να περιμένεις να σε πιστέψω!”
“Δεν πρέπει να έχει και πολλή αυτοπεποίθηση, είναι πάντα τόσο συγκρατημένος.”
“Στους νεκρούς για την πατρίδα πρέπει ιδιαίτερος σεβασμός και τιμή.”
“Δε σου πρέπει μια τέτοια συμπεριφορά.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.