Conjugation of πρέπει
ˈpɾe.piγ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του πρέπω: ταιριάζει, αρμόζει, αξίζει σε κάποιον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| αυτός / αυτή / αυτό | πρέπει |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πρέπουν |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | έπρεπε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπρεπαν |
Εξακολουθητικός μέλλοντας
| αυτός / αυτή / αυτό | θα πρέπει |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα πρέπουν |