Meaning of κόρη | Babel Free
/ˈko.ɾi/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η θυγατέρα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Κόρης)
- το κορίτσι, η κοπέλα
- το άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής
- το στρόγγυλο άνοιγμα της ίριδας του οφθαλμού
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“έχει ένα γιο και δυο κόρες”
“"βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί ..." από τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη”
“έκφραση:κόρη οφθαλμού, «ως κόρην οφθαλμού»”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.