HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόρη | Babel Free

Noun feminine CEFR A1 Common
/ˈko.ɾi/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. η θυγατέρα
  3. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Κόρης)
  4. το κορίτσι, η κοπέλα
  5. το άγαλμα νεαρής γυναίκας της αρχαϊκής εποχής
  6. το στρόγγυλο άνοιγμα της ίριδας του οφθαλμού

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“έχει ένα γιο και δυο κόρες”
“"βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί ..." από τραγούδι του Μ. Θεοδωράκη”
“έκφραση:κόρη οφθαλμού, «ως κόρην οφθαλμού»”

Επίπεδο CEFR

A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόρη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course