Meaning of περπάτημα | Babel Free
/peɾˈpa.ti.ma/Ορισμοί
- η ενέργεια του περπατάω
- ¨≈ συνώνυμα: βάδισμα
- ο ιδιαίτερος, προσωπικός τρόπος που περπατά κάποιος
Παραδείγματα
“Near-synonym: βάδισμα (vádisma)”
“κάνω μια βόλτα κάθε απόγευμα, γιατί το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.