Meaning of αρχίδι | Babel Free
/aɾˈçiði/Ορισμοί
-
ο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα, ο όρχις vulgar
-
τα ανδρικά γεννητικά όργανα figuratively, plural
-
τιποτένιος offensive
- χάλια, κακός, κακής ποιότητας, ψεύτικος
Παραδείγματα
“Φίλε! Σου έχει βγει το ένα αρχίδι απ’ έξω!”
Dude! One of your balls is hanging out!
“Άσε μας, βρε αρχίδι!”
Leave us alone, you dickhead!
“Αρχίδια υπολογιστή πήρες!”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.