HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κούρσα | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈkuɾ.sa/

Ορισμοί

  1. αγώνας ταχύτητας μεταξύ αυτοκινήτων
  2. αγώνας διεκδίκησης π.χ. σε διαγωνισμό, σε εκλογές κ.α.
  3. το αυτοκίνητο
    dated

Παραδείγματα

“※ κανείς δε γίνεται πραγματικά σπουδαίος αν δεν έχει απέναντι κάποιον ισάξιό του να μην τον αφήνει να επαναπαύεται στις δάφνες του, να τον συναγωνίζεται στην κούρσα για την τελειότητα.”
“※ Ο Μελέτης, λοιπόν, σκέφτηκε ότι κάποιος είχε φέρει την ξένη με κούρσα στο χωριό. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κούρσα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course