Meaning of μοτίβο | Babel Free
/moˈti.vo/Ορισμοί
- σχέδιο ή κατάσταση που προκύπτει από επαναλαμβανόμενο στοιχεία
- γενικό πλάνο που συνήθως αποτελείται από γεωμετρικά συναφή μέρη
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.